σερπιερίτης

ο, Ν
(ορυκτ.) ένυδρο θειικό ορυκτό τού χαλκού, τού ψευδαργύρου και τού ασβεστίου, με γαλαζοπράσινο χρώμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. serpierite, από το όν. τού Ιταλού μηχανολόγου εξερευνητή J. B. Serpieri].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μουσείο, Ορυκτολογικό Λαυρίου — Στεγάζεται από το 1986 σε ένα αναπαλαιωμένο πέτρινο κτίριο του 1873 (Α. Κορδέλλα), δείγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αι., και ανήκει στην Εταιρεία Μελετών της Λαυρεωτικής. Από τα χίλια περίπου δείγματα ορυκτών της συλλογής της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.